Άρθρα στον τύπο για το βιβλίο
"Σπίτια της Σκοπέλου"
του Μαρκ Ελντ

Ελευθεροτυπία  |  Καθημερινή  |  Θεσσαλία  |  Περιοδικό "το Σπίτι"

 

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ , Δευτέρα 7 Οκτωβρίου 1996

Του Τάκη Μίχα

«Συγκεντρώνοντας ξύλο, χαλκό, αλουμίνιο, χώμα, τσιμέντο, γυαλί. Σχεδιάζοντας τραπέζια, καρέκλες, συρτάρια καθώς και ρολόγια και γυαλιά. Καλουπώνοντας βάζα, τραπέζια και μαχαιροπίρουνα. Χτίζοντας πλοία και αυτοκίνητα. Δημιουργώντας διαμερίσματα, σπίτια, μαγαζιά και εργοστάσια. Αυτό ήταν το πάθος του Μαρκ Χελντ,  κατοίκου της οδού Σηκουάνα.» Ζακ Λανγκ, πρώην υπουργός πολιιτισμού Γαλλίας

Τι είναι αυτό που κάνει ένα παγκοσμίως γνωστό μετρ του βιομηχανικού ντιζάιν και αρχιτέκτονα να εγκαταλείψει μια πόλη όπως το Παρίσι, να σταματήσει την εργασία του στο ζενίθ της οικονομικής απόδοσης και να εγκατασταθεί σ’ ένα νησί του Αιγαίου; Ποιο είναι το όραμα εκείνο, που ωθεί κάποιον που «ανάσαινε» Μποντριγιάρ και Φουκό και να αποφασίσει να περάσει την υπόλοιπη ζωή του στη Σκόπελο, ένα νησί που, πέρα από τις αναμφισβήτητες φυσικές καλλονές του, βρίσκεται,   όπως άλλωστε και η υπόλοιπη χώρα, ουσιαστικά έξω από την Ιστορία:                                           

Οι σκέψεις αυτές περνούσαν από το μυαλό μας, καθώς ο οικοδεσπότης ξαναγέμιζε για πολλοστή φορά το ποτήρι μας με ένα λαμπερό ανοιχτόξανθο Chardonnay από την κάβα του. Ένα από τα πιο γνωστά διεθνώς ονόματα του βιομηχανικού ντιζάιν, τα έργα του οποίου κοσμούν πολλά μουσία του κόσμου και έχουν εκτεθεί στην Τριενάλε του Μιλάνου και στο Ευρωντόμους, ο Μαρκ Χελντ, έγινε ιδιαίτερα γνωστός για το ντιζάιν αντικειμένων καθημερινής χρήσης, όπως έπιπλα για το δίκτυο καταστημάτων Prisunic και Knoll    International, ρολόγια, αυτοκίνητα, κ.τ.λ.

«Νομίζω ότι το ντιζάιν εκείνο που έκανε το μεγαλύτερο θόρυβο» μας λέει, «ήταν το πλαστικό κρεβάτι που σχεδίασα για το Prisunic την δεκαετία του ’60. Όταν την εποχή εκείνη το κρεβάτι θεωρείτο το κέντρο της ιδιοτικής ζωής, η δημιουργία ενός πλαστικού κρεβατιού σε πολύ προσιτή τιμή θεωρήθηκε μια ιδιαίτερα «ανευλαβής» πράξη. Πάντως είχε τεράστια εμπορική επιτυχία».

Όμως το προϊόν που ανέβασε το κύρος του στα ύψη ήταν το σεκρετέρ που σχεδίασε για τον πρόεδρο Μιτεράν. «Ήμουνα πολύ τυχερός, γιατί συνεργάστηκα με τους καλύτερους μαραγκούς στη Γαλλία. Ήταν ένα αριστούργημα. Όταν ο Σιράκ εγκαταστάθηκε στο Ελιζέ άλλαξε σχεδόν όλη την επίπλωση του Μιτεράν, εκτός από αυτό το σεκρετέρ, που το κράτησε. Φυσικά αισθάνθηκα πολύ υπερήφανος».  

Ο ΜΑΗΣ ’68 ΚΟΣΤΙΖΕΙ ...... 3.000 ΔΟΛΛΑΡΙΑ

Αλλά αν το σκαλίσεις αρκετά θα σου αποκαλύψει ποια είναι η πραγματική του αγάπη, ο μεγαλύτερος έρωτας της ζωής του: τα περίφημα «ρολόγια Λιπ».

Στα τέλη της δεκαετίας του ’60, το εργοστάσιο της Λιπ, ένα από τα πιο παλιά εργοστάσια κατασκευής ρολογιών στη Γαλλία, αντιμετώπιζε οξύτατα οικονομικά προβλήματα και επρόκειτο να κλείσει. Τότε οι εργάτες, κάτω από την ιδεολογική επιρροή των τροτσκιστικών και αυτοδιαχειριστικών οραμάτων που ήταν αρκετά σικ την περίοδο εκείνη, αποφάσισαν να το καταλάβουν και να το λειτουργήσουν μόνοι τους. «Απευθύνθηκαν λοιπόν τότε στους τρεις πιο γνωστούς σχεδιαστές βιομηχανικών προϊόντων της χώρας, μεταξύ των οποίων και σ’ εμένα. Πράγματι δέχθηκα και τους σχεδίασα δύο ρολόγια, ένα ανδρικό και ένα γυναικείο».

Τόσο ο Mαρκ όσο και οι άλλοι σχεδιαστές προσέφεραν δωρεάν τις υπηρεσίες τους. «Είμαστε παιδιά του Μάη του ’68. Είχαμε πρότυπα την Ρωσία στα πρώτα χρόνια της επανάστασης. Ξέρετε οι καλλιτέχνες που δουλεύουν για τους προλετάριους, η τέχνη στην υπηρεσία της Επανάστασης, η ένωση Τέχνης και Βιομηχανίας κ.τ.λ».

Όμως αν ο Μαρκ δεν έβγαλε χρήματα απ’ αυτή την ιστορία, το ίδιο δεν συνέβει και με άλλους. Αντιθέτως, το προϊόν αυτό των «σοβιέτ της Λιπ» εντάχθηκε στο νομοτελειακό προτσές της εμπορευματικής παραγωγής, όπως το περιγράφει ο γέρο-Κάρολος στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου.

«Δεν θα ξεχάσω την ημέρα που περπατούσα στην 6η λεωφόρο στην Νέα Υόρκη. Περνούσα λοιπόν από ένα κοσμηματοπωλείο και βλέπω ένα από τα ρολόγια Λιπ στη βιτρίνα, το οποίο μάλιστα πουλιόταν στην εξωφρενική τιμή των ...... 3.000 δολαρίων!

Μπαίνω λοιπόν μέσα και ρωτάω τον καταστηματάρχη πως δικαιολογείται αυτή η τιμή. Οπότε αυτός μου εξηγεί ότι το ρολόι αυτό αποτελεί μνημείο του «περίφημου Μάη του ΄68» και μάλιστα προχωρεί να μου κάνει μια λεπτομερή ανάλυση των συμβάντων: Μου μίλησε για τον Κον-Μπεντίτ, για τις φοιτητικές διαδηλώσεις, για το Κουμουνιστικό Κόμμα, για τον διάσημο σχεδιαστή ...... Μαρκ Χελντ που το σχεδίασε(!) κ.τ.λ. ...... Βλέπετε λοιπόν», προσθέτει γελώντας, «ότι ο καπιταλισμός μορφώνει!».

«ΟΙ ΠΛΟΥΣΙΟΙ ΕΙΝΑΙ ΑΓΡΑΜΜΑΤΟΙ ! »

Το 1974 ο Μαρκ Χελντ αποφάσισε να ασχοληθεί κυρίως με την αρχιτεκτονική, αν και παράλληλα δεν εγκατέλειψε το βιομηχανικό "ντιζάιν". Βασίζοντας την πρακτική του σε μία αυστηρή μεθοδολογία και στην ολοκληρωτική αφοσίωση σε κάθε έργο, αρνιόταν να αναλάβει περισσότερες εργασίες απ’ αυτές που μπορούσε να επιβλέπει προσωπικά. Την περίοδο αυτή σχεδίασε ορισμένα πολύ σημαντικά έργα, κυρίως ιδιωτικές κατοικίες, που έγιναν το αντικείμενο πολλών δημοσιεύσεων στο διεθνή Τύπο. Αργότερα ασχολήθηκε με μεγαλύτερα έργα, στα οποία εφάρμοσε τις βασικές αρχές της αρχιτεκτονικής του φιλοσοφίας: Τη χρήση τοπικών πόρων όσο αφορά τόσο το εργατικό προσωπικό όσο και τα υλικά. Παράλληλα λάμβανε πάντοτε σοβαρά υπόψη τις γεωγραφικές , κλιματικές και πολιτισμικές παραμέτρους του χώρου. Αποκορύφωμα εκείνης της περιόδου υπήρξε η συνεργασία του με την IBM, που κατέληξε σε αυτό που ο ίδιος θεωρεί το σημαντικότερο αρχιτεκτονικό έργο της ζωής του. Το σύμπλεγμα κτιρίων που συγκροτεί το Κοινωνικό Κέντρο της επιχείρησης του Μονπελιέ. Την ίδια εποχή συνεχίζει και την συγγραφική του δραστηριότητα με άρθρα σε περιοδικά και εφημερίδες, ενώ παράλληλα εκδίδεται το βιβλίο του «Γράμματα στον Τζέρι», που περιείχε την αλληλογραφία του με τον γνωστό Αμερικάνο βιολόγο Βάισμαν με θέμα τη σχέση βιολογίας και αρχιτεκτονικής.

«Είχα πλέον φτάσει στο σημείο όπου τα χρήματα ερχόντουσαν μόνα τους χωρίς ουσιαστικά να καταβάλλω καμιά προσπάθεια. Όμως δεν ήμουν πια ικανοποιημένος. Είχα χάσει πλέον τον έλεγχο της εργασίας μου. Εκεί που κάποτε ήμασταν τέσσερα άτομα και δουλεύαμε σαν ομάδα σε ένα σχεδιαστήριο, τώρα είχα πενήντα με εμένα ως διευθυντή».  

Όσο περνούσε ο καιρός τον ενθουσίαζαν όλο και λιγότερο οι εργασίες που αναλάμβανε . «Το 80% των ανθρώπων που μου ζητούσε να τους σχεδιάσω ένα σπίτι δεν είχε καμιά ιδιαίτερη αισθητική ούτε εκτίμηση στη δουλειά μου. Απλά τους ενδιέφερε να μένουν σ’ ένα σπίτι για το οποίο θα μπορούσαν να λένε στους φίλους τους ότι το σχεδίασε ο Μαρκ Χελντ. “Μαρκ” μου έλεγαν, “κάνε ό,τι θέλεις, ξόδεψε όσα θέλεις”. Μόνο ένα πολύ μικρό ποσοστό, που προερχόταν από παλιές αριστοκρατικές οικογένειες, είχε ανεπτυγμένα κριτήρια αισθητικής».   

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΗΣ ΣΚΟΠΕΛΟΥ

Σταδιακά λοιπόν άρχισε να ωριμάζει στο μυαλό του η ιδέα της φυγής.

«Προσπάθησα στην αρχή στην Γαλλία να ασχοληθώ με κάτι άλλο, που θα το έβρισκα ενδιαφέρον. Έγραψα ένα γράμμα στον Μιτεράν, στο οποίο του ανέφερα ότι είχα βαρεθεί να δουλεύω για τους πλούσιους και ότι ήθελα να κάνω κάτι άλλο –π.χ. να σχεδιάζω εργατικές κατοικίες. Ο Μιτεράν με έστειλε σε έναν απαίσιο γραφειοκράτη …….και φυσικά δεν έγινε τίποτα». Στο μεταξύ ο συνομιλητής μας είχε ανακαλύψει τυχαία στις αρχές της δεκαετίας του ’80 τη Σκόπελο, στην οποία ερχόταν 5-6 φορές κάθε χρόνο τακτικά. Παράλληλα έγραψε ένα βιβλίο για την παραδοσιακή αρχιτεκτονική του νησιού, το οποίο προλόγισε ο υπουργός Πολιτισμού Ζαν Λανγκ.

«Αποφάσισα λοιπόν να κάνω το Μεγάλο Βήμα προς τα Εμπρός, όπως θα έλεγε ο σύντροφος Μάο. Η γυναίκα μου η Βίλμα έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην απόφασή μου αυτή. Πούλησα λοιπόν  το διαμέρισμά μου στο Παρίσι και ήρθαμε στη Σκόπελο.            

Αγόρασα ένα ερείπιο, το οποίο το ανακαίνισα σύμφωνα με τις προδιαγραφές της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής.  

Παράλληλα, ο Μαρκ Χελντ άρχισε να θέτει τις βάσεις για αυτό που ο ίδιος θεωρεί το έργο της ζωής του. Ένα νέο σπίτι στο βόρειο, το ακατοίκητο τμήμα του νησιού. Το σπίτι αυτό -που θα έχει και χώρο για να «παίζουν οι φίλοι μου της Φιλαρμονικής του Βερολίνου τα καλοκαίρια»- θα συνδυάζει τις προδιαγραφές της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής με την ποιο σύγχρονη τεχνολογία της μεταβιομηχανικής εποχής. Στο σπίτι αυτό ελπίζει να μπορέσει να τελειώσει ένα νέο κύκλο συγγραφικής δραστηριότητας, η οποία έχει επίκεντρο τα κοινά σημεία που έχει η μεταβιομηχανική με την προβιομηχανική εποχή.

«Πάντοτε ήμουνα οπαδός του φιλόσοφου Χέρμπερτ Μαρκούζε. Ιδιαίτερα με ενθουσίαζε η ιδέα ότι η προ-τεχνολογική κουλτούρα είχε πολλά κοινά σημεία με την μετα-τεχνολογική. Αυτό αφορά κυρίως την επιστροφή στην ύπαιθρο, την φυγή από τις μεγαλουπόλεις. Όλοι οι παράγοντες που επέβαλλαν στο παρελθόν τη συγκέντρωση των ανθρώπων, δηλαδή η παραγωγή, η αποθήκευση και το εμπόριο αγαθών, η διάχυση πληροφοριών, η αντιπροσώπευση στην εξουσία έχουν ξεπεραστεί. Μικρές μονάδες παραγωγής, πλήρως αυτοματοποιημένες υπάρχουν πια στην ύπαιθρο. Ινστιτούτα ερευνών εγκαθίστανται σε μαρμάρινους πύργους περιτριγυρισμένους από δέντρα στην άκρη της θάλασσας. Το ίντερνετ φέρνει σε επικοινωνία όλους τους κατοίκους του πλανήτη, παρέχοντας πρόσβαση σε όλη την πληροφόρηση που υπάρχει στον κόσμο και γίνεται η πιο τεράστια βιβλιοθήκη που θα μπορούσαμε ποτέ να σκεφτούμε …..Σ’ αυτό το πλαίσιο εμφανίζονται και οι συνθήκες ενός άλλου είδους κατοικίας –αν και παλιές και ξεπερασμένες νοοτροπίες ωθούν ακόμα εκατομμύρια ανθρώπους στις μεγαλουπόλεις».

Ο οικοδεσπότης μας διέκοψε τον μονόλογό του, σήκωσε το ποτήρι του και απευθυνόμενος στη παρέα του τραπεζιού είπε: «Ας σκοτώσουμε λοιπόν τη σύγχρονη πόλη, πριν μας σκοτώσει αυτή!».

Στην αρχή της σελίδας

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΚυριακή 1 Ιανουαρίου 1995

του Δημήτρη Ρηγόπουλου.                           

ΤΑ ΛΑΪΚΑ ΣΠΙΤΙΑ ΤΗΣ ΣΚΟΠΕΛΟΥ ΜΕ ΤΟ ΜΑΤΙ ΕΝΟΣ ΓΝΩΣΤΟΥ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΑ

Ο Μαρκ Ελντ γεννήθηκε στο Παρίσι. Το 1960, αφού πρώτα συμπλήρωσε έναν ευρύ κύκλο σπουδών αρχιτεκτονικής, ανοίγει το δικό του γραφείο βιομηχανικού σχεδίου. Γίνεται γνωστός σχεδιάζοντας έπιπλα, ρολόγια, σκάφη, αυτοκίνητα. Δεκατέσσερα χρόνια μετά, ακολουθεί καριέρα ανεξάρτητου αρχιτέκτονα, εξίσου επιτυχημένη: τα σχέδια διασήμων κτιρίων της γαλλικής πρωτεύουσας φέρουν την υπογραφή του, ενώ η αρχιτεκτονική του φιλοσοφία αποσπά το ενδιαφέρον σημαντικών ευρωπαϊκών εντύπων. Στο ζενίθ της επαγγελματικής του πορείας, ο Ελντ επισκέπτεται τη χώρα μας για τουρισμό. Ανάμεσα στους ελληνικούς σταθμούς του περιλαμβάνεται και η Σκόπελος. Η γνωριμία του με το μεγαλύτερο νησί των Σποράδων θα είναι καθοριστική: Θα εγκαταλείψει τη ζωή και την καριέρα του Παρισιού για να εγκατασταθεί μόνιμα στην Σκόπελο, σε ένα αγροτικό σπίτι της Γλώσσας. Το απόσταγμα της αγάπης του για το νησί έγινε βιβλίο από τις εκδόσεις «Reptotime» και πήρε τον τίτλο «Σπίτια της Σκοπέλου, Επισημάνσεις σε μία λαϊκή αρχιτεκτονική», πρώτο μιας σειράς που θα περιδιαβαίνει αρχιτεκτονικά διαφορετικούς τόπους σε ολόκληρη την υφήλιο. Ο φωτογραφικός φακός του συγγραφέα, του Καμίλο Νόλλα, και του Επαμεινώνδα Πίππη έχουν αποθανατίσει λαϊκά σπίτια του νησιού, τους εσωτερικούς τους χώρους, τις πόρτες, τα κατώφλια, το σκοπελίτικο τοπίο.

Πρώτη λοιπόν η Σκόπελος. Η απάντηση σε ενδεχόμενα «γιατί» δίνεται από τον ίδιο τον συγγραφέα: «Το ότι επέλεξα τη Σκόπελο ως αφετηρία αυτής της σειράς οφείλεται στη σημαντική γνώση που έχω γι’ αυτό το νησί, καθώς και στην αγάπη μου για τους νηφάλιους και ανοιχτόκαρδους κατοίκους του.

Ένα νησί που ευτύχησε να μην αναπτυχθεί μέσα στο μεγάλο καταστροφικό κύμα του μαζικού τουρισμού, με αποτέλεσμα να διατηρήσει τρόπους ζωής, έθιμα, τοπίο και παραδοσιακά οικήματα εξαιρετικής ποιότητας».

Κι αν ο τίτλος του βιβλίου ή το επάγγελμα του Ελντ δείχνουν να απαιτούν ένα καταρτισμένο σε θέματα αρχιτεκτονικής αναγνωστικό κοινό, ο ίδιος δε φαίνεται να συμφωνεί: «Τέτοια βιβλία δεν αποτείνονται σε ειδικούς, αφού αυτοί ως γνωστόν ξέρουν τα πάντα, αλλά σε όσους επιθυμούν μιαν εποπτεία του πυρήνα της λαϊκής αρχιτεκτονικής. Μια διείσδυση στις ομορφιές της που δίνει την ευκαιρία να αναπτύξει κανείς ένα είδος ερωτικής σχέσης μ’ αυτόν τον εύθραυστο και συχνά σαν από θαύμα διατηρούμενο, ακόμη, κόσμο. Μια από τις λίγες σχέσεις που ανταμείβουν αμέσως και στο πολλαπλάσιο».

Για όσους βιαστούν να κατηγορήσουν τον Ελντ ότι η αγάπη του για την λαϊκή αρχιτεκτονική της Σκοπέλου έχει τις βάσεις της νοσταλγίας του αγανακτισμένου κατοίκου των μεγαλουπόλεων, ο Γάλλος αρχιτέκτονας σημειώνει: « Πραγματικά, δεν είναι διόλου λίγοι οι κάτοικοι πόλεων, ιδιοκτήτες θλιβερών εξοχικών σπιτιών, μέτριων και απρόσωπων, οι οποίοι επιμένουν να διατηρούν στις βιβλιοθήκες τους τα ωραιότερα βιβλία περί τέχνης, περί αρχιτεκτονικής της περιοχής τους ή περί αρχιτεκτονικής γενικώς». Η δική του σχέση με την λαϊκή αρχιτεκτονική θυμίζει μία φράση του Ιγκόρ Στραβίνσκι για την μουσική: « Κανείς δεν εξαναγκάζεται να την αγαπήσει. Αλλά για να την αγαπήσεις πρέπει να την γνωρίσεις, και για να την γνωρίσεις πρέπει να αγωνιστείς». Γι’ αυτό ο Μαρκ Ελντ συνεχίζει να περνάει τους χειμώνες του στη Σκόπελο.

Στην αρχή της σελίδας

Η ΘΕΣΣΑΛΙΑ , Κυριακή 6 Νοεμβρίου 1994

της Μαρούλας Κορκοντζέλου   

ΣΚΟΠΕΛΟΣ : Τιμήθηκε ο Μαρκ Ελντ, παγκοσμίου φήμης αρχιτέκτονας

Μια από τις μεγαλύτερες μορφές της αρχιτεκτονικής στον κόσμο, τον Μαρκ Ελντ, που εδώ και πέντε χρόνια ζει μόνιμα στη Γλώσσα Σκοπέλου, τίμησε χθες ο Πολιτιστικός Σύλλογος Γλώσσας, με την ευκαιρία της έκδοσης του καταπληκτικού καινούργιου βιβλίου του «Σπίτια της Σκοπέλου».

Πάρα πολλοί γλωσσιώτες, αλλά και κάτοικοι της Σκοπέλου, βρέθηκαν χθες βράδυ στην αίθουσα του δημοτικού σχολείου και έζησαν ώρες που τους γέμισαν περηφάνια. Η Σκόπελος, η πατρίδα τους παρουσιάζεται με σεβασμό και μελέτη εις βάθος, σε ένα βιβλίο που σίγουρα θα φτάσει ως τα πέρατα του κόσμου.

Όλα εκείνα τα μικρά και ασήμαντα που ο συνηθισμένος άνθρωπος προσπερνά, άγγιξαν την ψυχή του δημιουργού-καλλιτέχνη. Στάθηκε δίπλα τους με αγάπη και όχι απλώς τα ερεύνησε, αλλά τα λάτρεψε. Κυρίως όμως, όπως συνεχώς λέει και ο ίδιος, είναι γοητευμένος από την νοοτροπία των ανθρώπων του νησιού, τον αυθορμητισμό τους και με όλα αυτά που κρύβουν στην καρδιά τους.

Στο πρόσφατο βιβλίο του, προλογισμένο από τον πρώην υπουργό Πολιτισμού της Γαλλίας Ζακ Λαγκ, ο παγκοσμίου φήμης αρχιτέκτονας θέλει να δείξει ότι η αρχιτεκτονική είναι ίσως ο μόνος τρόπος να μείνουν άσβεστα τα χνάρια των ανθρώπων μέσα στους αιώνες. Μιλά για την σπουδαιότητα της διατήρησης της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής, πρώτον επειδή έτσι οι ρίζες των ανθρώπων έτσι δεν χάνονται και δεύτερον επειδή χάριν σε αυτή οι άνθρωποι επενδύουν ποιοτικά έλκοντας έτσι έναν ποιοτικό τουρισμό και όχι αυτόν της μάζας, που μόνον αρνητικά αποτελέσματα μπορεί να φέρει σε έναν τόπο.

Στον πρόλογό του σημειώνει ο Ζακ Λαγκ: «Ο Μαρκ Ελντ επί 20 χρόνια παρατηρεί, αφουγκράζεται, επιστάται και σήμερα εισηγείται και αφηγείται, ώστε η ματιά μας να διδαχθεί το φως, τη θάλασσα, τα βράχια και τα δέντρα, ώστε η ακοή να συγκινηθεί από τον άνεμο και την ιστορία, ώστε η αφή μας να τολμήσει τη χαρά των αγγιγμάτων και της στιλπνότητας, ώστε οι προγραμματισμοί μας να συντονιστούν με το απαραίτητο, το διαρκές και το ιδιοπρόσωπο. Είναι η γόνιμη στιγμή αυτού του βιβλίου, η συνάντηση ενός δημιουργού με την ζωή του νησιού της Σκοπέλου.

«ΝΑ ΠΑΤΟΥΜΕ ΣΤΙΣ ΜΥΤΕΣ»

Για να καταλάβει κανείς πόσο αγαπά ο Μαρκ Ελντ τη Σκόπελο και ειδικότερα τη Γλώσσα; αρκεί να διαβάσει αυτά που γράφει στο τέλος του βιβλίου του σαν συμπέρασμα. Λέει λοιπόν: «Να αγαπάς μια γη, ένα νησί, σημαίνει να αγαπάς τους ανθρώπους που το κατοικούν. Αυτοί είναι οι κληρονόμοι των αναρίθμητων θεμελιωτών που, στο διάβα των αιώνων έδωσαν ένα πρόσωπο σε τούτο το σκληρό έδαφος. Όπως προσπάθησα να δείξω με το βιβλίο μου, το τοπίο τους μοιάζει. Όσοι φθάνουμε εδώ από το Παρίσι, την Αθήνα, την Θεσσαλονίκη, το Λονδίνο, ή αλλού, θα έπρεπε να πλησιάζουμε σ’ αυτόν τον τόπο πατώντας στις μύτες των ποδιών. Η ισορροπία του μικρού κόσμου, που μας αφήνει έκθαμβους, είναι εξαιρετικά εύθραυστη. Η γλυκύτητα των νησιωτών η προσήνεια, η σεμνότητα τους και όλες οι αρετές τους κάνουν ακόμη πιο ευάλωτους στην επήρεια των υπεροπτικών ταξιδιωτών.

Ας μην κουβαλάμε εδώ τις βιασύνες μας, τα άγχη μας και τους επιτηδευμένους τρόπους μας. Υπάρχουν πάρα πολλά παραδείγματα στην ιστορία των εισβολών (ακόμα και τουριστικών), τα οποία καταλήγουν στην εκρίζωση της τοπικής κουλτούρας, που ασφυκτιά μέσα στα πλήθη. Ας παραδειγματιστούμε καλύτερα από τις περιπτώσεις επτυχών εμβολιασμών. Από την περίπτωση δηλαδή ενός «εισβολέα», που αφομοιώνεται από τον ντόπιο και προσηλυτίζεταιστις αρετές του. Εάν έρθετε από δω, φροντίστε να γίνετε Σκοπελίτες, σίγουρα, και γλωσσιώτες ασφαλώς».

ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ

Ο Μαρκ Ελντ μπορεί να ζει μόνιμα στη Γλώσσα εδώ και πέντε χρόνια, αλλά άλλα δέκα βρισκόταν μεταξύ Σκοπέλου και εξωτερικού. Λάτρεψε το μέρος αυτό γιατί του θυμίζει τον τόπο που μεγάλωσε ένα χωριό στη κεντρική Γαλλία. Τώρα κατοικεί σε αγροτικό σπίτι, που το αποκατέστησε σύμφωνα με όσα πραγματεύεται στο βιβλίο του. Πάντρεψε έτσι,-όπως γράφει και ο μεταφραστής του βιβλίου του Πέτρος Μαρτινίδης, αρχιτέκτων, επίκουρος καθηγητής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης-, στον χώρο, όπως κάνει και στο ύφος του κειμένου του, την αίγλη και την ευρυμάθεια του κοσμοπολίτη με την ευλάβεια και την απλότητα του σκοπελίτη.

Ο Μαρκ Ελντ γεννήθηκε στο Παρίσι το 1932. Το 1960, έπειτα από μία πλούσια εκπαιδευτική περίοδο, ανοίγει δικό του γραφείο βιομηχανικού σχεδίου στο Παρίσι και αρχίζει να εργάζεται για διεθνή πελατεία. Τα σχέδια του, από αντικείμενα καθημερινής χρήσης, γνώρισαν αμέσως μεγάλη επιτυχία και πολλά εκτέθηκαν σε σημαντικές βιομηχανικές εκθέσεις. Από το 1974 χωρίς να εγκαταλείψει το βιομηχανικό σχέδιο, γνώρισε μία διαπρεπή καριέρα ως ανεξάρτητος αρχιτέκτονας.

Βασίζοντας την αρχιτεκτονική του σε μία αυστηρή μεθοδολογία και στη πλήρη αφοσίωση αρνήθηκε να επεκταθεί σε έργα τα οποία δεν μπορούσε να επιβλέψει προσωπικά. Σχεδίασε στην αρχή ορισμένες κατοικίες περιορισμένης κλίμακας οι οποίες όμως απέσπασαν τον θαυμασμό διεθνών εντύπων. Συνέχισε με τον σχεδιασμό πολύ μεγαλυτέρων κτισμάτων, στα οποία είχε την ευκαιρία να εφαρμόσει τις στοιχειώδεις αρχές της αρχιτεκτονικής του φιλοσοφίας που είναι η χρήση των τοπικών δυνατοτήτων, τόσο από πλευράς εργασίας, όσο και από πλευράς υλικών αξιοποιώντας τις γεωγραφικές, κλιματικές και πολιτισμικές παραμέτρους της κάθε περιοχής.

Τα τελευταία χρόνια έχει αφιερωθεί στην έρευνα και την συγγραφή δοκιμίων. Το πρώτο του βιβλίο «Γράμματα τον Ζερύ» σηματοδότησε την αρχή μιας καινούργιας δημιουργικής καριέρας.

Τα «Σπίτια της Σκοπέλου» έχουν πολλές υπέροχες έγχρωμες φωτογραφίες του συγγραφέα και του Καμίλο Νόλλα, υπεύθυνου του φωτογραφικού εργαστηρίου τον Πολιτιστικό Οργανισμό του δήμου Σκοπέλου. Οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες προέρχονται από την δουλειά του παλιού σκοπελίτη φωτογράφου Επαμεινώνδα  Πίππη.

Χορηγοί της έκδοσης ο δήμος Σκοπέλου, η Εμπορική Τράπεζα, U.I.S. GROUPE PERCIER, PARIS, Γαλλικό Ινστιτούτο Θεσσαλονίκης, Τράπεζα Μακεδονίας Θράκης και το μουσείο   ELYSEE Λωζάνης. Το βιβλίο εντός λίγων ημερών θα βρίσκεται και στα κεντρικά βιβλιοπωλεία του Βόλου. Είναι πραγματικά μία εξαίσια δουλειά που κυριολεκτικά «ρουφιέται» από όλους και πόσο μάλλον από τους αρχιτέκτονες, τους οποίους έχει πολλά να διδάξει.

Περήφανη και τυχερή η Σκόπελος που ένας τόσο αξιόλογος άνθρωπος την αγάπησε και την πόνεσε τόσο πολύ. Μακάρι κάποιοι άλλοι να ενδιαφέρονταν έτσι, έστω και στο μισό και για τα άλλα μέρη της Ελλάδος. Η χώρα θα είχε αναγορευτεί σαν το ωραιότερο μέρος του πλανήτη.

Στην αρχή της σελίδας

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΣΠΙΤΙ» , Τεύχος Νο 43

ΜΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΓΟΗΤΕΥΤΙΚΗ, ΜΕ ΕΡΩΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΚΟΠΕΛΟ

Είναι δυνατόν ένας Γάλλος αρχιτέκτονας και designer να επιλέξει σαν θέμα του βιβλίου του τα σπίτια της Σκοπέλου; Κι όμως! Όχι μόνο είναι δυνατόν, αλλά το βιβλίο του Marc Held «Τα σπίτια της Σκοπέλου» είναι ένα υπέροχο βιβλίο που δείχνει ευαισθησία, γνώση και έρωτα για τον τόπο. Στις 6 Δεκεμβρίου, στο γαλλικό Ινστιτούτο Θεσσαλονίκης, ο Marc Held μίλησε για τη «Λαϊκή αρχιτεκτονική και την μετα-τεχνολογική κοινωνία» ένα θέμα που συνδέεται άμεσα με το βιβλίο του, τη ζωή και τους προβληματισμούς του.  

Αναφορικά με το βιβλίο γράφει ο Επίκουρος Καθηγητής στο τμήμα Αρχιτεκτόνων του Α.Π.Θ., κ. Πέτρος Μαρτινίδης : Είναι μάλλον δύσκολο να χαρακτηρίσει κανείς το βιβλίο του Marc Held  «Σπίτια της Σκοπέλου». Ναι, είναι ένα βιβλίο αρχιτεκτονικής : περιέχει οικοδομικές παρατηρήσεις, κατασκευαστικές συμβουλές και αισθητικές αξιολογήσεις. Περιέχει όμως και ένα πλήθος από γοητευτικές φωτογραφίες τοπίων και οικοδομημάτων της Σκοπέλου, όσο και μια σειρά από διεισδυτικές καταγραφές συνηθειών ζωής, κοινωνικών συνθηκών και παραγωγικών διαδικασιών που ίσχυσαν στην μακραίωνη ιστορία του νησιού. Είναι συνεπώς μαζί κι ένα βιβλίο-οδηγός της Σκοπέλου, μία εθνογραφική ιστόρηση του πως διαμορφώνεται η φυσιογνωμία του συγκεκριμένου τόπου. Αλλά το πράγμα δεν σταματάει εκεί. Ο Marc Held  δεν είναι ένας αρχιτέκτονας του συρμού. Έχει δείξει εξάλλου, όσο δεν γίνεται πιο φανερά, ότι προτιμά να αποσύρεται αντί να σύρεται εκών ακών πίσω από τις εφήμερες μόδες και τις προτιμήσεις του συρφετού. Έτσι αυτό το βιβλίο του, πέρα από την πείρα και τις γνώσεις ενός αρχιτέκτονα που διέπρεψε στο βιομηχανικό σχέδιο και σε επιφανή κτίσματα στο Παρίσι ή αλλού, περιέχει και τις θέσεις ενός ασυμβίβαστου πνεύματος που υποστηρίζει με ευγλωττία και μεθοδικότητα τις αρετές της σεμνότητας και της διάρκειας, του αντικαταναλωτισμού και της φιλόκαλης ευτέλειας. Το βιβλίο του Marc Held αποτελεί λοιπόν, συν τοις άλλοις, και ένα πραγματικό «μανιφέστο μιας ήπιας αρχιτεκτονικής».

Εάν, τέλος, συνυπολογίσει κανείς πως ο Μάρκος (όπως τον αποκαλούν οι Σκοπελίτες) ζει εκεί, πάνω από πέντε χρόνια τώρα, μια περίπου αγροτική ζωή, πολλά συμπεράσματα συνάγονται και για μια ιεραρχία αξιών που δεν είναι οπωσδήποτε αυτή την οποία παρουσιάζουν καθημερινά τα media, καθώς και για ένα συγγραφέα που δεν βάζει μόνο την ζωή του μέσα στο έργο του, αλλά διαπλάθει τη ζωή του όπως και το έργο του: με την ίδια φιλόκαλη ευτέλεια.

 

Στην αρχή της σελίδας

 

ΣΕΛΙΔΕΣ ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ Home Page | Ο Μαρκ Ελντ | Άρθρα για το βιβλίο

 

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ Σπίτια της Σκοπέλου | Λαικός Πολιτισμός | Πεπαρηθιακές Μελέτες | Άγιος Ρηγίνος | Δρακοντόρεμα | Σκόπελος | Σποράδες | Ποιήματα Ν. Γλύκου | Γίδια Σκοπέλου

Copyright 1999 - 2012  ©  : www.skopelos.net